αγαπώ (agapó)

English: love

Magnifying glass

Search for other Greek words or browse our vocabulary lists

Linguistic Information

Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular

About αγαπώ

As a verb, αγαπώ is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.

Note: Additional linguistic information from Wiktionary is not available for this word.

Verb Conjugation Tables

 Present tenseFuture tenseAorist past tensePast cont. tense
εγώ
αγαπάω
αγαπιέμαι
αγαπώ
αγαπάω
αγαπιέμαι
αγαπώ
θα αγαπάώ
αγάπησα
αγαπήθηκα
αγάπησα
αγαπήθηκα
αγάπαγα
αγαπιόμουν
αγαπιόμουνα
αγαπούσα
αγάπαγα
αγαπιόμουν
αγαπιόμουνα
αγαπούσα
εσύ
αγαπάς
αγαπιέσαι
αγαπάς
αγαπιέσαι
θα αγαπάς
αγάπησες
αγαπήθηκες
αγάπησες
αγαπήθηκες
αγάπαγες
αγαπιόσουν
αγαπιόσουνα
αγαπούσες
αγάπαγες
αγαπιόσουν
αγαπιόσουνα
αγαπούσες
αυτός/αυτή/αυτό
αγαπά
αγαπάει
αγαπιέται
αγαπά
αγαπάει
αγαπιέται
θα αγαπά
αγάπησε
αγαπήθηκε
αγάπησε
αγαπήθηκε
αγάπαγε
αγαπιόταν
αγαπιότανε
αγαπούσε
αγάπαγε
αγαπιόταν
αγαπιότανε
αγαπούσε
εμείς
αγαπάμε
αγαπιόμαστε
αγαπούμε
αγαπάμε
αγαπιόμαστε
αγαπούμε
θα αγαπάμε
αγαπήσαμε
αγαπηθήκαμε
αγαπήσαμε
αγαπηθήκαμε
αγαπάγαμε
αγαπιόμασταν
αγαπιόμαστε
αγαπούσαμε
αγαπάγαμε
αγαπιόμασταν
αγαπιόμαστε
αγαπούσαμε
εσείς
αγαπάτε
αγαπιέστε
αγαπάτε
αγαπιέστε
θα αγαπάτε
αγαπήσατε
αγαπηθήκατε
αγαπήσατε
αγαπηθήκατε
αγαπάγατε
αγαπιόσασταν
αγαπιόσαστε
αγαπούσαν
αγαπάγατε
αγαπιόσασταν
αγαπιόσαστε
αγαπούσαν
αυτοί/αυτές/αυτά
αγαπάν
αγαπάνε
αγαπιούνται
αγαπούν
αγαπούνε
αγαπάν
αγαπάνε
αγαπιούνται
αγαπούν
αγαπούνε
θα αγαπάν
αγάπησαν
αγαπήθηκαν
αγαπήσαν
αγαπήσανε
αγαπηθήκαν
αγαπηθήκανε
αγάπησαν
αγαπήθηκαν
αγαπήσαν
αγαπήσανε
αγαπηθήκαν
αγαπηθήκανε
αγάπαγαν
αγαπάγανε
αγαπιούνταν
αγαπιόνταν
αγαπιόντανε
αγαπιόντουσαν
αγαπούσαν
αγαπούσανε
αγάπαγαν
αγαπάγανε
αγαπιούνταν
αγαπιόνταν
αγαπιόντανε
αγαπιόντουσαν
αγαπούσαν
αγαπούσανε

Passive Voice

Singular

CaseMasculineFeminineNeuter
Nominativeαγαπημένοςαγαπημένηαγαπημένο
Genitiveαγαπημένουαγαπημένηςαγαπημένου
Accusativeαγαπημένοαγαπημένηαγαπημένο
Vocativeαγαπημένεαγαπημένηαγαπημένο

Plural

CaseMasculineFeminineNeuter
Nominativeαγαπημένοιαγαπημένεςαγαπημένα
Genitiveαγαπημένωναγαπημένωναγαπημένων
Accusativeαγαπημένουςαγαπημένεςαγαπημένα
Vocativeαγαπημένοιαγαπημένεςαγαπημένα

Active Voice

Other Forms

αγάπα
• Singular • Active
αγάπαγε
• Singular • Active
αγάπησε
• Singular • Active
αγαπάτε
• Singular • Active
αγαπήσου
• Singular • Passive
αγαπήστε
• Singular • Active
αγαπηθείτε
• Singular • Passive
αγαπιέστε
• Singular • Passive

Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "αγαπώ" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.