απαθανατίζω (apathanatízo)

English: immortalize

Magnifying glass

Search for other Greek words or browse our vocabulary lists

Linguistic Information

Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular

About απαθανατίζω

As a verb, απαθανατίζω is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.

Verb Conjugation Tables

 Present tenseFuture tenseAorist past tensePast cont. tense
εγώ
απαθανατίζομαι
απαθανατίζω
θα απαθανατίζομαι
απαθανάτισα
απαθανατίστηκα
απαθανάτιζα
απαθανατιζόμουν
απαθανατιζόμουνα
εσύ
απαθανατίζεις
απαθανατίζεσαι
θα απαθανατίζεις
απαθανάτισες
απαθανατίστηκες
απαθανάτιζες
απαθανατιζόσουν
απαθανατιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό
απαθανατίζει
απαθανατίζεται
θα απαθανατίζει
απαθανάτισε
απαθανατίστηκε
απαθανάτιζε
απαθανατιζόταν
απαθανατιζότανε
εμείς
απαθανατίζουμε
απαθανατιζόμαστε
θα απαθανατίζουμε
απαθανατίσαμε
απαθανατιστήκαμε
απαθανατίζαμε
απαθανατιζόμασταν
απαθανατιζόμαστε
εσείς
απαθανατίζεστε
απαθανατίζετε
θα απαθανατίζεστε
απαθανατίσατε
απαθανατιστήκατε
απαθανατίζατε
απαθανατιζόσασταν
απαθανατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά
απαθανατίζονται
απαθανατίζουν
απαθανατίζουνε
θα απαθανατίζονται
απαθανάτισαν
απαθανατίσαν
απαθανατίσανε
απαθανατίστηκαν
απαθανατιστήκαν
απαθανατιστήκανε
απαθανάτιζαν
απαθανατίζαν
απαθανατίζανε
απαθανατίζονταν
απαθανατιζόντουσαν

Active Voice

Passive Voice

Singular

CaseMasculineFeminineNeuter
Nominativeαπαθανατισμένοςαπαθανατισμένηαπαθανατισμένο
Genitiveαπαθανατισμένουαπαθανατισμένηςαπαθανατισμένου
Accusativeαπαθανατισμένοαπαθανατισμένηαπαθανατισμένο
Vocativeαπαθανατισμένεαπαθανατισμένηαπαθανατισμένο

Plural

CaseMasculineFeminineNeuter
Nominativeαπαθανατισμένοιαπαθανατισμένεςαπαθανατισμένα
Genitiveαπαθανατισμένωναπαθανατισμένωναπαθανατισμένων
Accusativeαπαθανατισμένουςαπαθανατισμένεςαπαθανατισμένα
Vocativeαπαθανατισμένοιαπαθανατισμένεςαπαθανατισμένα

Other Forms

απαθανάτιζε
• Singular • Active
απαθανάτισε
• Singular • Active
απαθανατίζεστε
• Singular • Passive
απαθανατίζετε
• Singular • Active
απαθανατίζου
• Singular • Passive
απαθανατίσου
• Singular • Passive
απαθανατίστε
• Singular • Active
απαθανατιστείτε
• Singular • Passive

Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "απαθανατίζω" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.