αποσβολώνω (aposvolóno)

English: take aback

Magnifying glass

Search for other Greek words or browse our vocabulary lists

Linguistic Information

Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular

About αποσβολώνω

As a verb, αποσβολώνω is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.

Definitions & Examples

  • verb:
    (transitive) to astonish, surprise, dumbfound, flabbergast
    Examples:
    • Synonyms: εκπλήσσω (ekplísso), σοκάρω (sokáro), αφήνω άναυδο (afíno ánavdo)

Verb Conjugation Tables

 Present tenseFuture tenseAorist past tensePast cont. tense
εγώ
αποσβολώνω
θα αποσβολώνώ
αποσβόλωσα
αποσβόλωνα
εσύ
αποσβολώνεις
θα αποσβολώνεις
αποσβόλωσες
αποσβόλωνες
αυτός/αυτή/αυτό
αποσβολώνει
θα αποσβολώνει
αποσβόλωσε
αποσβόλωνε
εμείς
αποσβολώνουμε
θα αποσβολώνουμε
αποσβολώσαμε
αποσβολώναμε
εσείς
αποσβολώνετε
θα αποσβολώνετε
αποσβολώσατε
αποσβολώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά
αποσβολώνουν
αποσβολώνουνε
θα αποσβολώνουν
αποσβολώσαν
αποσβολώσανε
αποσβόλωσαν
αποσβολώναν
αποσβολώνανε
αποσβόλωναν

Active Voice

Other Forms

αποσβολώνετε
• Singular • Active
αποσβολώστε
• Singular • Active
αποσβόλωνε
• Singular • Active
αποσβόλωσε
• Singular • Active

Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "αποσβολώνω" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.

Related Words