επιδεινώνω (epidinóno)
English: exacerbate
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About επιδεινώνω
As a verb, επιδεινώνω is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Pronunciation
IPA: e.pi.ðiˈno.no
Hyphenation: ε‧πι‧δει‧νώ‧νω
Definitions & Examples
- verb:(transitive) to worsen, to make worseExamples:
- Synonym: χειροτερεύω (cheiroterévo)
Verb Conjugation Tables
Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
---|---|---|---|---|
εγώ | επιδεινώνομαι επιδεινώνω | θα επιδεινώνομαι | επιδείνωσα | επιδείνωνα |
εσύ | επιδεινώνεις | θα επιδεινώνεις | επιδείνωσες | επιδείνωνες |
αυτός/αυτή/αυτό | επιδεινώνει | θα επιδεινώνει | επιδείνωσε | επιδείνωνε |
εμείς | επιδεινώνουμε | θα επιδεινώνουμε | επιδεινώσαμε | επιδεινώναμε |
εσείς | επιδεινώνετε | θα επιδεινώνετε | επιδεινώσατε | επιδεινώνατε |
αυτοί/αυτές/αυτά | επιδεινώνουν επιδεινώνουνε | θα επιδεινώνουν | επιδείνωσαν επιδεινώσαν επιδεινώσανε | επιδείνωναν επιδεινώναν επιδεινώνανε |
Passive Voice
Singular
Case | Masculine | Feminine | Neuter |
---|---|---|---|
Nominative | επιδεινούμενος | επιδεινούμενη | επιδεινούμενο |
Genitive | επιδεινούμενου | επιδεινούμενης | επιδεινούμενου |
Accusative | επιδεινούμενο | επιδεινούμενη | επιδεινούμενο |
Vocative | επιδεινούμενε | επιδεινούμενη | επιδεινούμενο |
Plural
Case | Masculine | Feminine | Neuter |
---|---|---|---|
Nominative | επιδεινούμενοι | επιδεινούμενες | επιδεινούμενα |
Genitive | επιδεινούμενων | επιδεινούμενων | επιδεινούμενων |
Accusative | επιδεινούμενους | επιδεινούμενες | επιδεινούμενα |
Vocative | επιδεινούμενοι | επιδεινούμενες | επιδεινούμενα |
Active Voice
Other Forms
επιδείνωνε
• Singular • Active
επιδείνωσε
• Singular • Active
επιδεινώνετε
• Singular • Active
επιδεινώστε
• Singular • Active
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "επιδεινώνω" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.
Related Words
Related Words
Derived Terms
- επιδείνωση (epideínosi)"Grek"