κερατώνω (keratóno)
English: deceive
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About κερατώνω
As a verb, κερατώνω is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | κερατώνομαι κερατώνω | θα κερατώνομαι | κεράτωσα κερατώθηκα | κεράτωνα κερατωνόμουν κερατωνόμουνα |
| εσύ | κερατώνεις κερατώνεσαι | θα κερατώνεις | κεράτωσες κερατώθηκες | κεράτωνες κερατωνόσουν κερατωνόσουνα |
| αυτός/αυτή/αυτό | κερατώνει κερατώνεται | θα κερατώνει | κεράτωσε κερατώθηκε | κεράτωνε κερατωνόταν κερατωνότανε |
| εμείς | κερατωνόμαστε κερατώνουμε | θα κερατωνόμαστε | κερατωθήκαμε κερατώσαμε | κερατωνόμασταν κερατωνόμαστε κερατώναμε |
| εσείς | κερατώνεστε κερατώνετε | θα κερατώνεστε | κερατωθήκατε κερατώσατε | κερατωνόσασταν κερατωνόσαστε κερατώνατε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | κερατώνονται κερατώνουν κερατώνουνε | θα κερατώνονται | κεράτωσαν κερατωθήκαν κερατωθήκανε κερατώθηκαν κερατώσαν κερατώσανε | κεράτωναν κερατωνόντουσαν κερατώναν κερατώνανε κερατώνονταν |
Passive Voice
Singular
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | κερατωμένος | κερατωμένη | κερατωμένο |
| Genitive | κερατωμένου | κερατωμένης | κερατωμένου |
| Accusative | κερατωμένο | κερατωμένη | κερατωμένο |
| Vocative | κερατωμένε | κερατωμένη | κερατωμένο |
Plural
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | κερατωμένοι | κερατωμένες | κερατωμένα |
| Genitive | κερατωμένων | κερατωμένων | κερατωμένων |
| Accusative | κερατωμένους | κερατωμένες | κερατωμένα |
| Vocative | κερατωμένοι | κερατωμένες | κερατωμένα |
Active Voice
Other Forms
κεράτωνε
• Singular • Active
κεράτωσε
• Singular • Active
κερατωθείτε
• Singular • Passive
κερατώνεστε
• Singular • Passive
κερατώνετε
• Singular • Active
κερατώνου
• Singular • Passive
κερατώσου
• Singular • Passive
κερατώστε
• Singular • Active
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "κερατώνω" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.