κοινοποιώ (kinopió)
English: divulge
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About κοινοποιώ
As a verb, κοινοποιώ is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Passive voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Note: Additional linguistic information from Wiktionary is not available for this word.
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | κοινοποιούμαι κοινοποιώ | θα κοινοποιούμαι | κοινοποιήθηκα | κοινοποιούμουν |
| εσύ | κοινοποιείσαι | θα κοινοποιείσαι | κοινοποιήθηκες | κοινοποιούσουν |
| αυτός/αυτή/αυτό | κοινοποιείται | θα κοινοποιείται | κοινοποιήθηκε | κοινοποιούνταν |
| εμείς | κοινοποιούμαστε | θα κοινοποιούμαστε | κοινοποιηθήκαμε | κοινοποιούμασταν κοινοποιούμαστε |
| εσείς | κοινοποιείστε | θα κοινοποιείστε | κοινοποιηθήκατε | κοινοποιούσασταν κοινοποιούσαστε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | κοινοποιούνται | θα κοινοποιούνται | κοινοποιήθηκαν κοινοποιηθήκαν κοινοποιηθήκανε | κοινοποιούνταν |
Passive Voice
Singular
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | κοινοποιημένος | κοινοποιημένη | κοινοποιημένο |
| Genitive | κοινοποιημένου | κοινοποιημένης | κοινοποιημένου |
| Accusative | κοινοποιημένο | κοινοποιημένη | κοινοποιημένο |
| Vocative | κοινοποιημένε | κοινοποιημένη | κοινοποιημένο |
Plural
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | κοινοποιημένοι | κοινοποιημένες | κοινοποιημένα |
| Genitive | κοινοποιημένων | κοινοποιημένων | κοινοποιημένων |
| Accusative | κοινοποιημένους | κοινοποιημένες | κοινοποιημένα |
| Vocative | κοινοποιημένοι | κοινοποιημένες | κοινοποιημένα |
Active Voice
Other Forms
κοινοποιήσου
• Singular • Passive
κοινοποιείστε
• Singular • Passive
κοινοποιηθείτε
• Singular • Passive
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "κοινοποιώ" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.