παραλληλίζω (parallilízo)
English: collimate
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About παραλληλίζω
As a verb, παραλληλίζω is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Note: Additional linguistic information from Wiktionary is not available for this word.
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | παραλληλίζομαι παραλληλίζω | θα παραλληλίζομαι | παραλλήλισα | παραλλήλιζα |
| εσύ | παραλληλίζεις | θα παραλληλίζεις | παραλλήλισες | παραλλήλιζες |
| αυτός/αυτή/αυτό | παραλληλίζει | θα παραλληλίζει | παραλλήλισε | παραλλήλιζε |
| εμείς | παραλληλίζουμε | θα παραλληλίζουμε | παραλληλίσαμε | παραλληλίζαμε |
| εσείς | παραλληλίζετε | θα παραλληλίζετε | παραλληλίσατε | παραλληλίζατε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | παραλληλίζουν παραλληλίζουνε | θα παραλληλίζουν | παραλλήλισαν παραλληλίσαν παραλληλίσανε | παραλλήλιζαν παραλληλίζαν παραλληλίζανε |
Active Voice
Passive Voice
Singular
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | παραλληλισμένος | παραλληλισμένη | παραλληλισμένο |
| Genitive | παραλληλισμένου | παραλληλισμένης | παραλληλισμένου |
| Accusative | παραλληλισμένο | παραλληλισμένη | παραλληλισμένο |
| Vocative | παραλληλισμένε | παραλληλισμένη | παραλληλισμένο |
Plural
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | παραλληλισμένοι | παραλληλισμένες | παραλληλισμένα |
| Genitive | παραλληλισμένων | παραλληλισμένων | παραλληλισμένων |
| Accusative | παραλληλισμένους | παραλληλισμένες | παραλληλισμένα |
| Vocative | παραλληλισμένοι | παραλληλισμένες | παραλληλισμένα |
Other Forms
παραλλήλιζε
• Singular • Active
παραλλήλισε
• Singular • Active
παραλληλίζετε
• Singular • Active
παραλληλίστε
• Singular • Active
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "παραλληλίζω" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.