προσανατολίζω (prosanatolízo)

English: orient

Magnifying glass

Search for other Greek words or browse our vocabulary lists

Linguistic Information

Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular

About προσανατολίζω

As a verb, προσανατολίζω is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.

Verb Conjugation Tables

 Present tenseFuture tenseAorist past tensePast cont. tense
εγώ
προσανατολίζω
θα προσανατολίζώ
προσανατόλισα
προσανατόλιζα
εσύ
προσανατολίζεις
θα προσανατολίζεις
προσανατόλισες
προσανατόλιζες
αυτός/αυτή/αυτό
προσανατολίζει
θα προσανατολίζει
προσανατόλισε
προσανατόλιζε
εμείς
προσανατολίζουμε
θα προσανατολίζουμε
προσανατολίσαμε
προσανατολίζαμε
εσείς
προσανατολίζετε
θα προσανατολίζετε
προσανατολίσατε
προσανατολίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά
προσανατολίζουν
προσανατολίζουνε
θα προσανατολίζουν
προσανατολίσαν
προσανατολίσανε
προσανατόλισαν
προσανατολίζαν
προσανατολίζανε
προσανατόλιζαν

Active Voice

Passive Voice

Singular

CaseMasculineFeminineNeuter
Nominativeπροσανατολισμένοςπροσανατολισμένηπροσανατολισμένο
Genitiveπροσανατολισμένουπροσανατολισμένηςπροσανατολισμένου
Accusativeπροσανατολισμένοπροσανατολισμένηπροσανατολισμένο
Vocativeπροσανατολισμένεπροσανατολισμένηπροσανατολισμένο

Plural

CaseMasculineFeminineNeuter
Nominativeπροσανατολισμένοιπροσανατολισμένεςπροσανατολισμένα
Genitiveπροσανατολισμένωνπροσανατολισμένωνπροσανατολισμένων
Accusativeπροσανατολισμένουςπροσανατολισμένεςπροσανατολισμένα
Vocativeπροσανατολισμένοιπροσανατολισμένεςπροσανατολισμένα

Other Forms

προσανατολίζετε
• Singular • Active
προσανατολίστε
• Singular • Active
προσανατόλιζε
• Singular • Active
προσανατόλισε
• Singular • Active

Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "προσανατολίζω" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.