αδειάζω (adiázo)
English: empty
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About αδειάζω
As a verb, αδειάζω is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | αδειάζομαι αδειάζω αδειάζομαι αδειάζω | θα αδειάζομαι | άδειασα αδειάστηκα άδειασα αδειάστηκα | άδειαζα αδειαζόμουν αδειαζόμουνα άδειαζα αδειαζόμουν αδειαζόμουνα |
| εσύ | αδειάζεις αδειάζεσαι αδειάζεις αδειάζεσαι | θα αδειάζεις | άδειασες αδειάστηκες άδειασες αδειάστηκες | άδειαζες αδειαζόσουν αδειαζόσουνα άδειαζες αδειαζόσουν αδειαζόσουνα |
| αυτός/αυτή/αυτό | αδειάζει αδειάζεται αδειάζει αδειάζεται | θα αδειάζει | άδειασε αδειάστηκε άδειασε αδειάστηκε | άδειαζε αδειαζόταν αδειαζότανε άδειαζε αδειαζόταν αδειαζότανε |
| εμείς | αδειάζουμε αδειαζόμαστε αδειάζουμε αδειαζόμαστε | θα αδειάζουμε | αδειάσαμε αδειαστήκαμε αδειάσαμε αδειαστήκαμε | αδειάζαμε αδειαζόμασταν αδειαζόμαστε αδειάζαμε αδειαζόμασταν αδειαζόμαστε |
| εσείς | αδειάζεστε αδειάζετε αδειάζεστε αδειάζετε | θα αδειάζεστε | αδειάσατε αδειαστήκατε αδειάσατε αδειαστήκατε | αδειάζατε αδειαζόσασταν αδειαζόσαστε αδειάζατε αδειαζόσασταν αδειαζόσαστε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | αδειάζονται αδειάζουν αδειάζουνε αδειάζονται αδειάζουν αδειάζουνε | θα αδειάζονται | άδειασαν αδειάσαν αδειάσανε αδειάστηκαν αδειαστήκαν αδειαστήκανε άδειασαν αδειάσαν αδειάσανε αδειάστηκαν αδειαστήκαν αδειαστήκανε | άδειαζαν αδειάζαν αδειάζανε αδειάζονταν αδειαζόντουσαν άδειαζαν αδειάζαν αδειάζανε αδειάζονταν αδειαζόντουσαν |
Active Voice
Passive Voice
Singular
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | αδειασμένος | αδειασμένη | αδειασμένο |
| Genitive | αδειασμένου | αδειασμένης | αδειασμένου |
| Accusative | αδειασμένο | αδειασμένη | αδειασμένο |
| Vocative | αδειασμένε | αδειασμένη | αδειασμένο |
Plural
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | αδειασμένοι | αδειασμένες | αδειασμένα |
| Genitive | αδειασμένων | αδειασμένων | αδειασμένων |
| Accusative | αδειασμένους | αδειασμένες | αδειασμένα |
| Vocative | αδειασμένοι | αδειασμένες | αδειασμένα |
Other Forms
άδειαζε
• Singular • Active
άδειασε
• Singular • Active
αδειάζεστε
• Singular • Passive
αδειάζετε
• Singular • Active
αδειάσου
• Singular • Passive
αδειάστε
• Singular • Active
αδειαστείτε
• Singular • Passive
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "αδειάζω" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.