αισχροκερδώ (eskhrokerdó)
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About αισχροκερδώ
As a verb, αισχροκερδώ is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | αισχροκερδώ αισχροκερδώ | θα αισχροκερδώ | αισχροκέρδησα αισχροκέρδησα | αισχροκερδούσα αισχροκερδούσα |
| εσύ | αισχροκερδείς αισχροκερδείς | θα αισχροκερδείς | αισχροκέρδησες αισχροκέρδησες | αισχροκερδούσες αισχροκερδούσες |
| αυτός/αυτή/αυτό | αισχροκερδεί αισχροκερδεί | θα αισχροκερδεί | αισχροκέρδησε αισχροκέρδησε | αισχροκερδούσε αισχροκερδούσε |
| εμείς | αισχροκερδούμε αισχροκερδούμε | θα αισχροκερδούμε | αισχροκερδήσαμε αισχροκερδήσαμε | αισχροκερδούσαμε αισχροκερδούσαμε |
| εσείς | αισχροκερδείτε αισχροκερδείτε | θα αισχροκερδείτε | αισχροκερδήσατε αισχροκερδήσατε | αισχροκερδούσατε αισχροκερδούσατε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | αισχροκερδούν αισχροκερδούνε αισχροκερδούν αισχροκερδούνε | θα αισχροκερδούν | αισχροκέρδησαν αισχροκερδήσαν αισχροκερδήσανε αισχροκέρδησαν αισχροκερδήσαν αισχροκερδήσανε | αισχροκερδούσαν αισχροκερδούσανε αισχροκερδούσαν αισχροκερδούσανε |
Active Voice
Other Forms
αισχροκέρδει
• Singular • Active
αισχροκέρδησε
• Singular • Active
αισχροκερδήστε
• Singular • Active
αισχροκερδείτε
• Singular • Active
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "αισχροκερδώ" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.