αποκληρώνω (apokliróno)
English: disinherit
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About αποκληρώνω
As a verb, αποκληρώνω is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Definitions & Examples
- verb:to disinherit
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | αποκληρώνομαι αποκληρώνω | θα αποκληρώνομαι | αποκλήρωσα αποκληρώθηκα | αποκλήρωνα αποκληρωνόμουν αποκληρωνόμουνα |
| εσύ | αποκληρώνεις αποκληρώνεσαι | θα αποκληρώνεις | αποκλήρωσες αποκληρώθηκες | αποκλήρωνες αποκληρωνόσουν αποκληρωνόσουνα |
| αυτός/αυτή/αυτό | αποκληρώνει αποκληρώνεται | θα αποκληρώνει | αποκλήρωσε αποκληρώθηκε | αποκλήρωνε αποκληρωνόταν αποκληρωνότανε |
| εμείς | αποκληρωνόμαστε αποκληρώνουμε | θα αποκληρωνόμαστε | αποκληρωθήκαμε αποκληρώσαμε | αποκληρωνόμασταν αποκληρωνόμαστε αποκληρώναμε |
| εσείς | αποκληρώνεστε αποκληρώνετε | θα αποκληρώνεστε | αποκληρωθήκατε αποκληρώσατε | αποκληρωνόσασταν αποκληρωνόσαστε αποκληρώνατε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | αποκληρώνονται αποκληρώνουν αποκληρώνουνε | θα αποκληρώνονται | αποκλήρωσαν αποκληρωθήκαν αποκληρωθήκανε αποκληρώθηκαν αποκληρώσαν αποκληρώσανε | αποκλήρωναν αποκληρωνόντουσαν αποκληρώναν αποκληρώνανε αποκληρώνονταν |
Passive Voice
Singular
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | αποκληρωμένος | αποκληρωμένη | αποκληρωμένο |
| Genitive | αποκληρωμένου | αποκληρωμένης | αποκληρωμένου |
| Accusative | αποκληρωμένο | αποκληρωμένη | αποκληρωμένο |
| Vocative | αποκληρωμένε | αποκληρωμένη | αποκληρωμένο |
Plural
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | αποκληρωμένοι | αποκληρωμένες | αποκληρωμένα |
| Genitive | αποκληρωμένων | αποκληρωμένων | αποκληρωμένων |
| Accusative | αποκληρωμένους | αποκληρωμένες | αποκληρωμένα |
| Vocative | αποκληρωμένοι | αποκληρωμένες | αποκληρωμένα |
Active Voice
Other Forms
αποκλήρωνε
• Singular • Active
αποκλήρωσε
• Singular • Active
αποκληρωθείτε
• Singular • Passive
αποκληρώνεστε
• Singular • Passive
αποκληρώνετε
• Singular • Active
αποκληρώνου
• Singular • Passive
αποκληρώσου
• Singular • Passive
αποκληρώστε
• Singular • Active
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "αποκληρώνω" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.