γλείφω (glípho)
English: lick
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About γλείφω
As a verb, γλείφω is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | γλείφομαι γλείφω | θα γλείφομαι | έγλειψα έγλειψα γλείφτηκα | έγλειφα έγλειφα γλειφόμουν γλειφόμουνα |
| εσύ | γλείφεις γλείφεσαι | θα γλείφεις | έγλειψες έγλειψες γλείφτηκες | έγλειφες έγλειφες γλειφόσουν γλειφόσουνα |
| αυτός/αυτή/αυτό | γλείφει γλείφεται | θα γλείφει | έγλειψε έγλειψε γλείφτηκε | έγλειφε έγλειφε γλειφόταν γλειφότανε |
| εμείς | γλείφουμε γλειφόμαστε | θα γλείφουμε | γλείψαμε γλειφτήκαμε | γλείφαμε γλειφόμασταν γλειφόμαστε |
| εσείς | γλείφεστε γλείφετε | θα γλείφεστε | γλείψατε γλειφτήκατε | γλείφατε γλειφόσασταν γλειφόσαστε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | γλείφονται γλείφουν γλείφουνε | θα γλείφονται | έγλειψαν έγλειψαν γλείφτηκαν γλείψαν γλείψανε γλειφτήκαν γλειφτήκανε | έγλειφαν έγλειφαν γλείφαν γλείφανε γλείφονταν γλειφόντουσαν |
Active Voice
Passive Voice
Singular
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | γλειμμένος | γλειμμένη | γλειμμένο |
| Genitive | γλειμμένου | γλειμμένης | γλειμμένου |
| Accusative | γλειμμένο | γλειμμένη | γλειμμένο |
| Vocative | γλειμμένε | γλειμμένη | γλειμμένο |
Plural
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | γλειμμένοι | γλειμμένες | γλειμμένα |
| Genitive | γλειμμένων | γλειμμένων | γλειμμένων |
| Accusative | γλειμμένους | γλειμμένες | γλειμμένα |
| Vocative | γλειμμένοι | γλειμμένες | γλειμμένα |
Other Forms
γλείφε
• Singular • Active
γλείφεστε
• Singular • Passive
γλείφετε
• Singular • Active
γλείφου
• Singular • Passive
γλείψε
• Singular • Active
γλείψου
• Singular • Passive
γλείψτε
• Singular • Active
γλειφτείτε
• Singular • Passive
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "γλείφω" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.