διατυμπανίζω (diatibanízo)
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About διατυμπανίζω
As a verb, διατυμπανίζω is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Note: Additional linguistic information from Wiktionary is not available for this word.
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | διατυμπανίζομαι διατυμπανίζω | θα διατυμπανίζομαι | διατυμπάνισα διατυμπανίστηκα | διατυμπάνιζα διατυμπανιζόμουν διατυμπανιζόμουνα |
| εσύ | διατυμπανίζεις διατυμπανίζεσαι | θα διατυμπανίζεις | διατυμπάνισες διατυμπανίστηκες | διατυμπάνιζες διατυμπανιζόσουν διατυμπανιζόσουνα |
| αυτός/αυτή/αυτό | διατυμπανίζει διατυμπανίζεται | θα διατυμπανίζει | διατυμπάνισε διατυμπανίστηκε | διατυμπάνιζε διατυμπανιζόταν διατυμπανιζότανε |
| εμείς | διατυμπανίζουμε διατυμπανιζόμαστε | θα διατυμπανίζουμε | διατυμπανίσαμε διατυμπανιστήκαμε | διατυμπανίζαμε διατυμπανιζόμασταν διατυμπανιζόμαστε |
| εσείς | διατυμπανίζεστε διατυμπανίζετε | θα διατυμπανίζεστε | διατυμπανίσατε διατυμπανιστήκατε | διατυμπανίζατε διατυμπανιζόσασταν διατυμπανιζόσαστε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | διατυμπανίζονται διατυμπανίζουν διατυμπανίζουνε | θα διατυμπανίζονται | διατυμπάνισαν διατυμπανίσαν διατυμπανίσανε διατυμπανίστηκαν διατυμπανιστήκαν διατυμπανιστήκανε | διατυμπάνιζαν διατυμπανίζαν διατυμπανίζανε διατυμπανίζονταν διατυμπανιζόντουσαν |
Active Voice
Passive Voice
Singular
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | διατυμπανισμένος | — | — |
Other Forms
διατυμπάνιζε
• Singular • Active
διατυμπάνισε
• Singular • Active
διατυμπανίζεστε
• Singular • Passive
διατυμπανίζετε
• Singular • Active
διατυμπανίζου
• Singular • Passive
διατυμπανίσου
• Singular • Passive
διατυμπανίστε
• Singular • Active
διατυμπανιστείτε
• Singular • Passive
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "διατυμπανίζω" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.