εκτελώ (ekteló)
English: execute
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About εκτελώ
As a verb, εκτελώ is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Passive voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | εκτελούμαι εκτελώ | θα εκτελούμαι | εκτελέστηκα | εκτελούμουν |
| εσύ | εκτελείσαι | θα εκτελείσαι | εκτελέστηκες | εκτελούσουν |
| αυτός/αυτή/αυτό | εκτελείται | θα εκτελείται | εκτελέστηκε | εκτελούνταν |
| εμείς | εκτελούμαστε | θα εκτελούμαστε | εκτελεστήκαμε | εκτελούμασταν εκτελούμαστε |
| εσείς | εκτελείστε | θα εκτελείστε | εκτελεστήκατε | εκτελούσασταν εκτελούσαστε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | εκτελούνται | θα εκτελούνται | εκτελέστηκαν εκτελεστήκαν εκτελεστήκανε | εκτελούνταν |
Passive Voice
Singular
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | εκτελεσμένος | εκτελεσμένη | εκτελεσμένο |
| Genitive | εκτελεσμένου | εκτελεσμένης | εκτελεσμένου |
| Accusative | εκτελεσμένο | εκτελεσμένη | εκτελεσμένο |
| Vocative | εκτελεσμένε | εκτελεσμένη | εκτελεσμένο |
Plural
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | εκτελεσμένοι | εκτελεσμένες | εκτελεσμένα |
| Genitive | εκτελεσμένων | εκτελεσμένων | εκτελεσμένων |
| Accusative | εκτελεσμένους | εκτελεσμένες | εκτελεσμένα |
| Vocative | εκτελεσμένοι | εκτελεσμένες | εκτελεσμένα |
Other Forms
εκτελέσου
• Singular • Passive
εκτελείστε
• Singular • Passive
εκτελεστείτε
• Singular • Passive
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "εκτελώ" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.