πλιατσικολογώ (pliatsikologó)
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About πλιατσικολογώ
As a verb, πλιατσικολογώ is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | πλιατσικολογώ | θα πλιατσικολογώ | πλιατσικολόγησα | πλιατσικολογούσα |
| εσύ | πλιατσικολογείς | θα πλιατσικολογείς | πλιατσικολόγησες | πλιατσικολογούσες |
| αυτός/αυτή/αυτό | πλιατσικολογεί | θα πλιατσικολογεί | πλιατσικολόγησε | πλιατσικολογούσε |
| εμείς | πλιατσικολογούμε | θα πλιατσικολογούμε | πλιατσικολογήσαμε | πλιατσικολογούσαμε |
| εσείς | πλιατσικολογείτε | θα πλιατσικολογείτε | πλιατσικολογήσατε | πλιατσικολογούσατε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | πλιατσικολογούν πλιατσικολογούνε | θα πλιατσικολογούν | πλιατσικολογήσαν πλιατσικολογήσανε πλιατσικολόγησαν | πλιατσικολογούσαν πλιατσικολογούσανε |
Passive Voice
Singular
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | πλιατσικολογημένος | πλιατσικολογημένη | πλιατσικολογημένο |
| Genitive | πλιατσικολογημένου | πλιατσικολογημένης | πλιατσικολογημένου |
| Accusative | πλιατσικολογημένο | πλιατσικολογημένη | πλιατσικολογημένο |
| Vocative | πλιατσικολογημένε | πλιατσικολογημένη | πλιατσικολογημένο |
Plural
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | πλιατσικολογημένοι | πλιατσικολογημένες | πλιατσικολογημένα |
| Genitive | πλιατσικολογημένων | πλιατσικολογημένων | πλιατσικολογημένων |
| Accusative | πλιατσικολογημένους | πλιατσικολογημένες | πλιατσικολογημένα |
| Vocative | πλιατσικολογημένοι | πλιατσικολογημένες | πλιατσικολογημένα |
Active Voice
Other Forms
πλιατσικολογήστε
• Singular • Active
πλιατσικολογείτε
• Singular • Active
πλιατσικολόγει
• Singular • Active
πλιατσικολόγησε
• Singular • Active
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "πλιατσικολογώ" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.