προσωποποιώ (prosopopió)

English: personify

Magnifying glass

Search for other Greek words or browse our vocabulary lists

Linguistic Information

Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular

About προσωποποιώ

As a verb, προσωποποιώ is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Passive voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.

Note: Additional linguistic information from Wiktionary is not available for this word.

Verb Conjugation Tables

 Present tenseFuture tenseAorist past tensePast cont. tense
εγώ
προσωποποιούμαι
προσωποποιώ
θα προσωποποιούμαι
προσωποποιήθηκα
προσωποποιούμουν
εσύ
προσωποποιείσαι
θα προσωποποιείσαι
προσωποποιήθηκες
προσωποποιούσουν
αυτός/αυτή/αυτό
προσωποποιείται
θα προσωποποιείται
προσωποποιήθηκε
προσωποποιούνταν
εμείς
προσωποποιούμαστε
θα προσωποποιούμαστε
προσωποποιηθήκαμε
προσωποποιούμασταν
προσωποποιούμαστε
εσείς
προσωποποιείστε
θα προσωποποιείστε
προσωποποιηθήκατε
προσωποποιούσασταν
προσωποποιούσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά
προσωποποιούνται
θα προσωποποιούνται
προσωποποιήθηκαν
προσωποποιηθήκαν
προσωποποιηθήκανε
προσωποποιούνταν

Passive Voice

Singular

CaseMasculineFeminineNeuter
Nominativeπροσωποποιημένοςπροσωποποιημένηπροσωποποιημένο
Genitiveπροσωποποιημένουπροσωποποιημένηςπροσωποποιημένου
Accusativeπροσωποποιημένοπροσωποποιημένηπροσωποποιημένο
Vocativeπροσωποποιημένεπροσωποποιημένηπροσωποποιημένο

Plural

CaseMasculineFeminineNeuter
Nominativeπροσωποποιημένοιπροσωποποιημένεςπροσωποποιημένα
Genitiveπροσωποποιημένωνπροσωποποιημένωνπροσωποποιημένων
Accusativeπροσωποποιημένουςπροσωποποιημένεςπροσωποποιημένα
Vocativeπροσωποποιημένοιπροσωποποιημένεςπροσωποποιημένα

Active Voice

Other Forms

προσωποποιήσου
• Singular • Passive
προσωποποιείστε
• Singular • Passive
προσωποποιηθείτε
• Singular • Passive

Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "προσωποποιώ" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.