σαρανταρίζω (saradarízo)

Magnifying glass

Search for other Greek words or browse our vocabulary lists

Linguistic Information

Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular

About σαρανταρίζω

As a verb, σαρανταρίζω is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.

Verb Conjugation Tables

 Present tenseFuture tenseAorist past tensePast cont. tense
εγώ
σαρανταρίζω
θα σαρανταρίζώ
σαραντάρισα
σαραντάριζα
εσύ
σαρανταρίζεις
θα σαρανταρίζεις
σαραντάρισες
σαραντάριζες
αυτός/αυτή/αυτό
σαρανταρίζει
θα σαρανταρίζει
σαραντάρισε
σαραντάριζε
εμείς
σαρανταρίζουμε
θα σαρανταρίζουμε
σαρανταρίσαμε
σαρανταρίζαμε
εσείς
σαρανταρίζετε
θα σαρανταρίζετε
σαρανταρίσατε
σαρανταρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά
σαρανταρίζουν
σαρανταρίζουνε
θα σαρανταρίζουν
σαραντάρισαν
σαρανταρίσαν
σαρανταρίσανε
σαραντάριζαν
σαρανταρίζαν
σαρανταρίζανε

Active Voice

Passive Voice

Singular

CaseMasculineFeminineNeuter
Nominativeσαρανταρισμένοςσαρανταρισμένησαρανταρισμένο
Genitiveσαρανταρισμένουσαρανταρισμένηςσαρανταρισμένου
Accusativeσαρανταρισμένοσαρανταρισμένησαρανταρισμένο
Vocativeσαρανταρισμένεσαρανταρισμένησαρανταρισμένο

Plural

CaseMasculineFeminineNeuter
Nominativeσαρανταρισμένοισαρανταρισμένεςσαρανταρισμένα
Genitiveσαρανταρισμένωνσαρανταρισμένωνσαρανταρισμένων
Accusativeσαρανταρισμένουςσαρανταρισμένεςσαρανταρισμένα
Vocativeσαρανταρισμένοισαρανταρισμένεςσαρανταρισμένα

Other Forms

σαραντάριζε
• Singular • Active
σαραντάρισε
• Singular • Active
σαρανταρίζετε
• Singular • Active
σαρανταρίστε
• Singular • Active

Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "σαρανταρίζω" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.