συνειδητοποιώ (siniditopió)
English: realize
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About συνειδητοποιώ
As a verb, συνειδητοποιώ is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Passive voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Definitions & Examples
- verb:to realise, be aware ofExamples:
- Synonym: αντιλαμβάνομαι (antilamvánomai)
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | συνειδητοποιούμαι συνειδητοποιώ | θα συνειδητοποιούμαι | συνειδητοποιήθηκα | συνειδητοποιούμουν |
| εσύ | συνειδητοποιείσαι | θα συνειδητοποιείσαι | συνειδητοποιήθηκες | συνειδητοποιούσουν |
| αυτός/αυτή/αυτό | συνειδητοποιείται | θα συνειδητοποιείται | συνειδητοποιήθηκε | συνειδητοποιούνταν |
| εμείς | συνειδητοποιούμαστε | θα συνειδητοποιούμαστε | συνειδητοποιηθήκαμε | συνειδητοποιούμασταν συνειδητοποιούμαστε |
| εσείς | συνειδητοποιείστε | θα συνειδητοποιείστε | συνειδητοποιηθήκατε | συνειδητοποιούσασταν συνειδητοποιούσαστε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | συνειδητοποιούνται | θα συνειδητοποιούνται | συνειδητοποιήθηκαν συνειδητοποιηθήκαν συνειδητοποιηθήκανε | συνειδητοποιούνταν |
Passive Voice
Singular
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | συνειδητοποιημένος | συνειδητοποιημένη | συνειδητοποιημένο |
| Genitive | συνειδητοποιημένου | συνειδητοποιημένης | συνειδητοποιημένου |
| Accusative | συνειδητοποιημένο | συνειδητοποιημένη | συνειδητοποιημένο |
| Vocative | συνειδητοποιημένε | συνειδητοποιημένη | συνειδητοποιημένο |
Plural
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | συνειδητοποιημένοι | συνειδητοποιημένες | συνειδητοποιημένα |
| Genitive | συνειδητοποιημένων | συνειδητοποιημένων | συνειδητοποιημένων |
| Accusative | συνειδητοποιημένους | συνειδητοποιημένες | συνειδητοποιημένα |
| Vocative | συνειδητοποιημένοι | συνειδητοποιημένες | συνειδητοποιημένα |
Other Forms
συνειδητοποιήσου
• Singular • Passive
συνειδητοποιείστε
• Singular • Passive
συνειδητοποιηθείτε
• Singular • Passive
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "συνειδητοποιώ" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.