τροφοδοτώ (trophodotó)
English: feed
Search for other Greek words or browse our vocabulary lists
Linguistic Information
Word Typeverb
Casenominative
NumberSingular
About τροφοδοτώ
As a verb, τροφοδοτώ is in the Present tense, in the Indicative mood, and the Active voice. Learning to use this verb in various contexts will enhance your fluency.
Verb Conjugation Tables
| Present tense | Future tense | Aorist past tense | Past cont. tense | |
|---|---|---|---|---|
| εγώ | τροφοδοτούμαι τροφοδοτώ | θα τροφοδοτούμαι | τροφοδοτήθηκα τροφοδότησα | τροφοδοτούμουν τροφοδοτούσα |
| εσύ | τροφοδοτείς τροφοδοτείσαι | θα τροφοδοτείς | τροφοδοτήθηκες τροφοδότησες | τροφοδοτούσες τροφοδοτούσουν |
| αυτός/αυτή/αυτό | τροφοδοτεί τροφοδοτείται | θα τροφοδοτεί | τροφοδοτήθηκε τροφοδότησε | τροφοδοτούνταν τροφοδοτούσε |
| εμείς | τροφοδοτούμαστε τροφοδοτούμε | θα τροφοδοτούμαστε | τροφοδοτήσαμε τροφοδοτηθήκαμε | τροφοδοτούμασταν τροφοδοτούμαστε τροφοδοτούσαμε |
| εσείς | τροφοδοτείστε τροφοδοτείτε | θα τροφοδοτείστε | τροφοδοτήσατε τροφοδοτηθήκατε | τροφοδοτούσασταν τροφοδοτούσαστε τροφοδοτούσατε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | τροφοδοτούν τροφοδοτούνε τροφοδοτούνται | θα τροφοδοτούν | τροφοδοτήθηκαν τροφοδοτήσαν τροφοδοτήσανε τροφοδοτηθήκαν τροφοδοτηθήκανε τροφοδότησαν | τροφοδοτούνταν τροφοδοτούσαν τροφοδοτούσανε |
Passive Voice
Singular
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | τροφοδοτημένος | τροφοδοτημένη | τροφοδοτημένο |
| Genitive | τροφοδοτημένου | τροφοδοτημένης | τροφοδοτημένου |
| Accusative | τροφοδοτημένο | τροφοδοτημένη | τροφοδοτημένο |
| Vocative | τροφοδοτημένε | τροφοδοτημένη | τροφοδοτημένο |
Plural
| Case | Masculine | Feminine | Neuter |
|---|---|---|---|
| Nominative | τροφοδοτημένοι | τροφοδοτημένες | τροφοδοτημένα |
| Genitive | τροφοδοτημένων | τροφοδοτημένων | τροφοδοτημένων |
| Accusative | τροφοδοτημένους | τροφοδοτημένες | τροφοδοτημένα |
| Vocative | τροφοδοτημένοι | τροφοδοτημένες | τροφοδοτημένα |
Active Voice
Other Forms
τροφοδοτήσου
• Singular • Passive
τροφοδοτήστε
• Singular • Active
τροφοδοτείστε
• Singular • Passive
τροφοδοτείτε
• Singular • Active
τροφοδοτηθείτε
• Singular • Passive
τροφοδότει
• Singular • Active
τροφοδότησε
• Singular • Active
Note: The conjugation tables show the standard forms of the verb "τροφοδοτώ" organized by tense and person. Greek verbs often have multiple acceptable forms, especially in colloquial speech.